Skip to content

Dolo.gr

  • Greek
Αρχική

Καλωσήρθατε στην ιστοσελίδα του Δολού!  

dolo_anoixi

Αυτή η ιστοσελίδα αποτελεί πρωτοβουλία του Πολιτιστικού Συλλόγου Δολού Ιωαννίνων και έχει ως στόχο αρχικά την ευρύτερη δυνατή προβολή του χωριού μας, για να συμβάλλουμε με αυτόν τον τρόπο στην προσπάθεια της διάδοσης και προστασίας της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.

Η ιστοσελίδα αποτελεί επίσης και ένα σημείο συνάντησης για όσους αγαπάνε αυτόν τον τόπο και βρίσκονται σε κάθε γωνιά της γης. Το Δολό μας χρειάζεται και το χρειαζόμαστε και εμείς! 

Τα cd του Συλλόγου:

1. Τα Πολυφωνικά ( περισσότερα )

2. Διπλό μουσικό (περισσότερα)

cd_001exofyllo_cd

Παρουσίαση της ποιητικής Συλλογής του Άγγελου Κούρου Εκτύπωση E-mail

Μια όμορφη ποιητική βραδιά έλαβε χώρα την Τρίτη 14 Απριλίου 2015 στην κατάμεστη αίθουσα του καφέ «Σκάλα» στα Γιάννενα. Αφορμή ήταν η παρουσίαση της πρόσφατης – τρίτης στη σειρά -ποιητικής συλλογής του χωριανού μας ποιητή Άγγελου Κούρου με τίτλο «Κουβαλάμε πάνω μας υδροκυάνιο», από τις εκδόσεις Μελάνι.  Την εκδήλωση παρουσίασε και συντόνισε η χωριανή μας δημοσιογράφος Αγνή Βραβορίτη.  Κύριοι ομιλητές ήταν ο χωριανός μας καθηγητής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Λάκης Παπαϊωάννου και ο αρχιτέκτονας – συγγραφέας Μιχάλης Αράπογλου. Ποιήματα διάβασαν οι ηθοποιοί  Γιολάντα Καπέρδα και ο Βασίλης Σιάφης. Η βραδιά έκλεισε με απαγγελία ενός ποιήματος από τη συλλογή  από τον ίδιο τον Άγγελο Κούρο, ο οποίος ευχαρίστησε τους προλαλήσαντες και όλους τους παρευρισκομένους που τίμησαν με την παρουσία τους την εκδήλωση, όπου να σημειωθεί παρευρέθηκαν και πολλοί χωριανοί μας. Την επιμέλεια της διοργάνωσης και προετοιμασίας είχαν ο Βασίλης και Ορέλια Χρήστου.

Δείτε τα video από την εκδήλωση:Παρουσίαση Αγνής Βραβορίτη , Απαγγελίες Α΄μέρος , Απαγγελίες Β΄μέρος , Λάκης Παπαϊωάννου Α΄μέρος , Λάκης Παπαϊωάννου Β΄μέρος , Μιχάλης Αράπογλου , Άγγελος Κούρος

aggelos
 agnh

panel

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

akroates

 

 

 

 

 


















Η ομιλία του Μιχάλη Αράπογλου: κουβαλάμε πάνω μας υδροκυάνιο

Τρίτη 14 Απριλίου 2015

Άγιοι Ραφαήλ, Νικόλαος, Ειρήνη και οι συν αυτοίς.

ΆΝΘΡΑΚΑΣ 44,4% + ΥΔΡΟΓΟΝΟ 3,73% + ΆΖΩΤΟ 51,8%

 ΧΗΜΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ = CHN

ΠΡΩΣΙΚΟΝ ΟΞΥ – Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΣΤΑ ΝΑΖΙΣΤΙΚΑ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ

 

ΣΤΑΣΗ ΠΡΩΤΗ – ΩΡΑ ΕΝΑΤΗ ΠΡΩΙΝΗ

Φορώντας χειμερινά ενδύματα υπαίθρου, κάθημαι στο εσωτερικό του ταπεινού καταφυγίου μου, χωρίς κεντρική ή άλλη θέρμανση. Κατά βραχέα χρονικά διαστήματα, ένα ρίγος παγετώδες διατρέχει τη ραχοκοκαλιά μου. Τα πόδια και τα χέρια μου ακολουθούν τον ρυθμό, με τον οποίο κτυπά η κάτω την πάνω γνάθο μου, τσακ, τσακ, τσακ. Αίφνης, αισθάνομαι στην ατμόσφαιρα της καταφυγής μου μια γυναικεία οπτασία. Ευθύς, αμέσως, αντιλαμβάνομαι, πως πρόκειται για την Αυρηλία την Φιλόμουσο, την περιπλανώμενη μέσω του Κουβαρά, στο Κουτσόκρανο και τον Μακρύκαμπο. Μένω ενεός. Ρίχνω το βλέμμα κάτω και έως ότου βρω το θάρρος να την καλημερίσω, μου ψελλίζει ιταλιστί στο αυτί αυτολεξεί: Dolce far niente.

Ας είναι, λέω μέσα μου, και συνεχίζω, παρά το ενοχλητικό κρύο, να ερευνώ γύρω μου. Παρατηρώ, κάποια στιγμή, πως στο επίπεδο της γραφικής εργασίας μου ευρίσκονται σ’ οριζόντια θέση, εν σχέση με την κατακόρυφο θέση του κορμού μου: Δεξιόθεν, μία σταθερή συσκευή τηλεφωνικής επικοινωνίας, έτους 1976, στη μέση απόσταση από το αριστερό και δεξιό άκρο του γραφείου, ακριβώς, απέναντι από μένα, ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής, έτους 1991 και, αριστερόθεν, μία ποιητική συλλογή, έτους 2014. Διαβάζω το ιδιαζόντως καλαίσθητο εξώφυλλό της κινεζιστί, δηλαδή, από πάνω προς τα κάτω: Άγγελος Κούρος, κουβαλάμε πάνω μας υδροκυάνιο, εκδόσεις Μελάνι.

Το εξώφυλλο του εν λόγω πνευματικού έργου είναι από χονδρό χαρτί με ανώμαλη υφή, έχει αυτιά και παρουσιάζει μια σπάνια αισθητική σύνθεση, η οποία και μου έλκει την προσοχή. Αυθωρεί, απωθώντας, πνευματικώς, την ενόχληση του ψύχους, παίρνω στα γεροντικά χέρια μου την δέκα τεσσάρων επί είκοσι ενός εκατοστού σχήματος έκδοση. Εκ πρώτης όψεως, παρατηρώντας το αφηρημένο σχέδιο στο κέντρο περίπου της προμετωπίδας του βιβλίου, μου δημιουργείται η εντύπωση, πως πρόκειται γιά κινεζικό ιδεόγραμμα. Ταχέως, προστρέχω στο κινεζοελληνικό λεξικό και ευρίσκω το εν λόγω λήμμα και, βεβαίως, την παρατιθέμενη ερμηνεία, η οποία, επί λέξει, είναι η ακόλουθη: κουβαλάμε πάνω μας υδροκυάνιο.

Αιφνιδιάζομαι, προς στιγμή, από την ταύτιση της εικόνας με τον τίτλο, κι αντιστρόφως, του τίτλου με την εικόνα. Ωστόσο, λίαν συντόμως, επανέρχομαι ενθουσιασμένος και, παρατηρώντας με θαυμασμό το μυστηριώδες ζωγραφικό έργο, ανακαλύπτω τον ποιητή ή, ακριβέστερα, την ποιήτριά του, στην έσω πλευρά του ωτός του εμπρόσθιου εξώφυλλου, όπου και αναγινώσκω την παρά κάτω σημείωση: Έργο εξώφυλλου Μυρτώ Χρήστου. Ούτω, πως, απλώς και ταπεινώς, ουδέν άλλο, έτερον τι, παράγωγο, τοιούτο, ταυτό ή ταυτόσημο σχόλιο.

 

ΣΤΑΣΗ ΔΕΥΤΕΡΗ – ΩΡΑ ΔΩΔΕΚΑΤΗ ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΗ

Υπό μίαν ιδιάζουσα έννοια, μελάνι και χαρτί σημαίνει γραφή, ήτοι, λέξεις, ορθογραφημένες και συντεταγμένες, οι οποίες καταλήγουν σε εσώτερα, βαθύτερα, πλατύτερα, βυζαντινά θα έλεγα, νοήματα. Τούτο, ακριβώς, ποιεί και, ο εκ χώρας Δολού ορμώμενος και εν Αθήναις ενδημών Άγγελος Κούρος:

Διάβασα χθες το βράδυ μια ποιητική συλλογή / ευτυχώς η βιβλιοδέτηση απαιτούσε κάτι για να σχίζεις / τις σελίδες / πήρα μαχαίρι / το κράταγα όλη την ώρα σφιχτά στο χέρι μου / και κάπως έτσι κατάφερα να φθάσω στο κρεβάτι μου / για να κοιμηθώ / πισωπατώντας και με το μαχαίρι ακόμα / στο χέρι.

Μετά την ανάγνωση αυτής της επισήμανσης, νοιώθω, στιγμιαίως, να πνίγομαι και, τάχιστα, παίρνω τρεις μεγάλες, βαθιές και αργές ανάσες. Αμέσως μετά, αναλογιζόμενος, πως το μαχαίρι είναι ένα νύσσον όργανο, σηκώνομαι έντρομος από την θέση μου. Ας είναι, λέω μέσα μου, ψιλά πράματα. Δεν είναι παρά ένα μαχαιράκι της κουζίνας και, ξανά κάθομαι πιο αναπαυτικά. Όλως, παραδόξως, όμως, διαπιστώνω, τώρα, πως στο αριστερό χέρι μου κρατώ ένα μαχαίρι, προφανώς, για να σχίζω τις σελίδες του βιβλίου. Ωστόσο, το δεξί χέρι μου είναι ελεύθερο, υποθέτοντας, πως είναι, για να γυρίζω τις σελίδες αυτής της πνευματικής δημιουργίας. Σ’ αυτήν την κατάσταση υφιστάμενος, διαβάζω τα ευρισκόμενα στην εξηκοστή πέμπτη σελίδα του βιβλίου περιεχόμενα, στα οποία ξεχωρίζω ένα ποίημα με περίεργο τίτλο: Υδροκυάνιο. Μετά σπουδής, ανατρέχω στη δεκάτη ογδόη σελίδα αυτού του έργου λόγου, όπου το ποίημα παρατίθεται άρτιο.

Το υδροκυάνιο εκτείνεται σε τρεις ακέραιες σελίδες της ποιητικής συγγραφής. Έχοντας αυτό το μέγεθος, ομοιάζει με υπερωκεάνειο, το οποίο πραγματοποιεί το πρώτο υπερπόντιο ταξίδι του. Ριψοκινδυνεύει στα κύματα του αρχιπελάγους της ζωής. Οι επιβαίνοντες σ’ αυτόν τον νεοναυπηγημένο πλωτό κολοσσό κουβαλάνε πάνω τους υδροκυάνιο. Εγκλωβισμένοι στα ύφαλά του είναι καταδικασμένοι σε βέβαιο θάνατο. Οι καπετάνιοι αποστέλλουν επιστολές στους μελλοθάνατους με πληρωμένο τέλος. Ετοιμαζόμενοι για μια ξαφνική διαφυγή, οι ταξιδιώτες αυτής της πλωτής πόλης, ψελλίζουν λέξεις ατημέλητης φροντίδας: Διαφυγή, διαφήμιση, ασφάλεια, κρυψώνας, πίστωση, καχυποψία, χρονοχρέωση, έπιπλα, διεύθυνση, δουλειά, έξοδος, συνωμοσία, κατάθλιψη, παραλία, νησιά, φυγή, ταβερνάκια, λεφτά, πόρτα, θόρυβος, μουσική, εκπαίδευση, αποθήκη, δόγμα, είμαστε ακόμα ασύλληπτοι, κουβαλάμε πάνω μας υδροκυάνιο.

Το υδροκυάνιο μας λέγει, εν ολίγοις, ο Άγγελος ο Κούρος, ο μεταξύ Σόλωνος και Μασσαλίας, Ασκληπιού και Αλεξάνδρας μετακινούμενος, πως είναι το σήμερα, είναι οι άνθρωποι του σήμερα, είναι οι νεκροί τόποι και οι τόποι με τους νεκρούς, είναι ο θάνατος της επίγειας ζωής και η ζωή του σύγχρονου ανθρώπου…

Αίφνης, νάτο λέω, αυτό είναι… Και… Σταματώ… Ανασαίνω… Ξανά ανασαίνω… Και, ματά ξανά ανασαίνω… Και, δεν προλαβαίνω, να πω: Μα! Τι έκανε ο παππούς μου κι ήταν τόσο ορεξάτος για ζωή και το βλέμμα μου υγρό πέφτει εις το της επόμενης σελίδας ποίημα.

Μικρός απολογισμός: Οι μέρες πέφτουν μέσα μου / σαν κέρματα / σε χαλασμένο μηχάνημα / το βράδυ / τις επιστρέφω ατόφιες.

…Σταματώ και πάλι… Το διαβάζω… Το ξανά διαβάζω… Και, το ματά ξανά διαβάζω. Κι, άνευ ουδεμίας συστολής, κράζω και ξανά κράζω και ματά ξανά κράζω, κτυπώντας τις παλάμες μου. Ιδού! Ιδού το ποίημα. Ιδού, οι επιλεγείσες λέξεις, ιδού ο πρέπον ήχος, ιδού το βαθύ νόημα, ιδού η απαραίτητη οικονομία, ιδού η αρμόζουσα έκφραση, ιδού το μέτρο, ιδού ο αναγκαίος ρυθμός, ιδού το ύφος του στίχου, ιδού οι διαστάσεις της μεταφοράς, ιδού η ιδιαίτερη ταυτότητα, ιδού του μικρού ο μεγάλος απολογισμός, ιδού Άγγελος Πρωτοψάλτης.

Μάλιστα! Άγγελε Πρωτομάστορα, περπάτα στις μύτες, να μην ξυπνήσεις την Ενοχή σου και σαν Παλιό φάρμακο πιες γουλιά γουλιά την προδοσία, για να γιατρέψεις την ζωή σου. Ναι! Άγγελε Πλαστουργέ νοημάτων, κατέβα από τις Προσδοκίες σου, αφού, τώρα, δεν ξέρεις αν έχασες ποτέ τίποτα και οι μέρες σου είναι έξοχες.

 

ΣΤΑΣΗ ΤΡΙΤΗ – ΩΡΑ ΕΚΤΗ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ

Αν και είχα ξεχάσει το κρύο, αισθάνθηκα την ανάγκη να διακόψω για λίγο το διάβασμα τούτης της πνευματικής εργασίας. Όχι, όχι, δεν είναι, πως βαρέθηκα. Αλήθεια. Όμως, το ομολογώ, να, στην ποίηση, η γεωγραφία και η ιστορία, ήτοι, ο χώρος και ο χρόνος, μ’ ενοχλούν και, κατά κάποιο περίεργο τρόπο, με κουράζουν. Υπό μία ιδιόμορφη έννοια, μου διαψεύδουν το παρελθόν και, προ παντός άλλου, το παρόν, ήγουν, τους χώρους και τους χρόνους, οι οποίοι συγκροτούν το είναι μου. Γιατί, αληθώς, τι είναι ο άνθρωπος, αν δεν είναι οι επί γης τόποι και χρόνοι, στους οποίους έζησε και οι άνθρωποι, τους οποίους γνώρισε σ’ αυτούς;

Ευτυχώς, Άγγελε Κούρε, Δεσμώτη της Αθήνας, δι’ ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν, οι τόποι και οι χρόνοι, πραγματικοί και νοεροί, όχι μόνο δεν έχουν πεθάνει, όχι μόνο υπάρχουν, αλλά κι αντλούμε απ’ αυτούς όλη την αναγκαία πνοή ζωής, δηλαδή, την ποίηση. Γιατί, χωρίς την ποίηση, ο άνθρωπος θα έμοιαζε με ζώο, πτερωτό, τριχωτό ή φολιδωτό, χορτοφάγο ή σαρκοφάγο. Και, χωρίς καμία απολύτως αμφιβολία, θα ετρέφετο με χλωρά και ξηρά χόρτα ή με νωπές και κατεψυγμένες ψημένες σάρκες κι ακόμη, αλίμονον, θα έκανε μία φορά τον χρόνο έρωτα. Ναι! Μία και μόνον καθ’ έτος ερωτική πράξη αναπαραγωγής, αν, βεβαίως, δεν του είχαν κάνει στείρωση.

Το γαύγισμα ενός περαστικού σκύλου με ξύπνησε από το θλιβερό όνειρό μου. Έβλεπα τη μάνα μου, λέει, να πλένει στην αυλή τα βρόμικα ρούχα μας και τον πατέρα μου, να ζυμώνει τα άζυμα γιά το Πάσχα των Εβραίων. Κι εγώ, μέρα μεσημέρι, με αναμμένο φανό, ν’ αναζητώ τους δικούς μου τόπους, χρόνους και ανθρώπους. Άτιμα και τρισάθλια όνειρα, είπα, πάλι μέσα μου, αλήθεια, που βρίσκεται αυτές τις τόσο πρωτότυπες ιστορίες σας; Σε ποιους τόπους και χρόνους είναι, τώρα, η μάνα και ο πατέρας μου; Στους δικούς τους τόπους και τους χρόνους, μου νιαουρίζει ο Όμηρος ο Πίσπου, ο επονομαζόμενος και Άγαμος, και, συνεχίζει, προσθέτοντας τα παρά κάτω λόγια: Τλήμωνα τέκτονα, τίποτε πια δεν κατάλαβες ακόμη; Τους δικούς σου τόπους και χρόνους εννοώ, εκεί θα αναζητήσεις τους ανθρώπους σου κι εκεί θα τους συναντήσεις.

Όμως, παρασύρθηκα. Μάλιστα, παρασύρθηκα και λέω ανοησίες. Μου συμβαίνει συχνάκις αυτό. Ωστόσο, ευτυχώς, αντιμετωπίζω, αρκετά ψύχραιμα, παρόμοιες καταστάσεις. Με δυο λόγια, δηλαδή, σταματώ πάραυτα να μιλώ και σιωπώ για ένα μακρύ χρονικό διάστημα. Ύστερα, τρίβω, εντόνως, τα χέρια μου αναμεταξύ τους. Κατόπι, με τα χέρια μου τρίβω, κυκλικώς, τα μάτια, τα αυτιά και το κεφάλι μου. Ακολούθως, κτυπώ τα πόδια μου στο πάτωμα. Σηκώνομαι, τέλος, χοροπηδώ, ελαφρώς, και κάνω μερικές μικρές ασκήσεις ζεστάματος. Το αποτέλεσμα είναι πράγματι καταπληκτικό. Μετά απ’ όλα αυτά, η αίσθηση του κρύου μετριάζεται και, εκ νέου, κάθημαι στο από λευκή μελαμίνη επίπεδο γραφικής εργασίας μου και εκ νέου πιάνω στα κρύα χέρια μου, το κουβαλάμε πάνω μας υδροκυάνιο.

Τώρα, έχω την αίσθηση, πως ο Άγγελος ο Κούρος, ο της Αλίκης των θαυμάτων ασυμβίβαστος εραστής, κείτεται σε ύπτια θέση, κάτωθεν, ακριβώς, από την κόκκινη μηλιά. Μοιάζει με τον μαρμαρωμένο βασιλιά, όστις περιμένει το πολυπόθητο μοιραίο, ήτοι, την λύτρωση από τα δεσμά του. Και, όντως, την ζητούμενη λύτρωση ο Άγγελος ο Κούρος επιτυγχάνει άριστα διά της τέχνης της ποίησης. Τοιούτω τω τρόπω, όλα τα συναισθήματα, όλες οι διαθέσεις, όλες οι καταστάσεις και ό,τι δηλώνει, πως το υποκείμενο ενεργεί, παθαίνει ή ευρίσκεται σε μια κατάσταση, όλα, μα όλα, υποβάλλονται στη μάχαιρα του ακριβοδίκαιου δικαστή.

…Έτσι, ακριβώς, όπως, στο ποίημα Έρωτας σε αποδρομή: Ακόμα και το δικό σου (χάπι) τόσες νύχτες σκυμμένος πάνω σου / το μόνο που κατάφερα / είναι να το κάνω αιθέρα. Όπως, στο ποίημα Τα λάστιχα: πόση αγάπη μπορεί να δώσει / στο επόμενο χιλιόμετρο; Όπως, στο ποίημα Κανείς: Κανείς δεν κρύφτηκε για πάντα απ’ την αλήθεια του / κανείς. Όπως, στο ποίημα Μάνα: Πάλι ξέχασα πράγματα / φεύγοντας απ’ το χωριό, δυο μπλουζάκια / και ένα ζευγάρι παντόφλες. Όπως, στο ποίημα Πάνω σε δημοτικό στίχο: Από τα μάτια πιάνεται / και από τα μάτια φεύγει. Όπως στο ποίημα Ένα βήμα: Οι γυναίκες πέρναγαν απ’ τη ζωή του / σαν τρένα. Όπως, στο ποίημα Το δέντρο: Το δέντρο ολόκληρο διάολε τον ενοχλεί / που ακόμα επιμένει / και κινείται. Όπως, στο ποίημα Τα πάθη: Τώρα που έφυγες / να μην μπορώ να δώσω νόημα / σε μια πρόταση / πουθενά.

 

ΣΤΑΣΗ ΤΕΤΑΡΤΗ – ΩΡΑ ΕΝΑΤΗ ΒΡΑΔΥΝΗ

Τώρα, η δική μου ανάγνωση του: κουβαλάμε πάνω μας υδροκυάνιο τελείωσε. Ο Άγγελος ο Κούρος, ο λεγόμενος και Διιστάμενος,  είναι, πλέον, ένας από τους ιδικούς μου τόπους και χρόνους. Τώρα, αποδέχομαι άπασες τις ανομίες του. Τώρα, συμμερίζομαι όλα τα πταίσματά του. Τώρα, εναγκαλίζομαι όλες τις νυχτερινές ηδυπάθειας του. Τώρα, ενστερνίζομαι όλες τις παρανομίες του. Τώρα, ασπάζομαι όλα τα αμαρτήματά του. Τώρα,  καθομολογώ όλα τα πλημμελήματά του. Μάλιστα! Τώρα, είμαι ομόφωνος, ομόδοξος, ομόθυμος, ομόψηφος, ομόβουλος και ομόψυχος του Άγγελου του Κούρου, του ερωτικού μοναχισμού και της απόκρυφης σκέψης. Ναι! Τώρα, ο Αντικατοπτρισμός του είναι και δικός μου αντικατοπτρισμός:

…κόκκινα γυρισμένα χώματα / ανοιγμένα ρείθρα, ποτιστικά πηγάδια, ρέματα / και υπόγειες απορροές υδάτων / μια μικρή ανύψωση του εδάφους πιο πέρα / και στο βάθος ξεχερσωμένα χωράφια / με σπαρτά – σιτάρια και καλαμπόκια / κοντά στο νερό φραγμένοι με ψιλή σήτα οι μικροί κήποι / των αγροτών / μηλιές και αχλαδιές και κηπευτικά για το σπίτι / δεξιά – αριστερά σιταποθήκες φραγμένοι τόποι / καλύβες με εργαλεία και τροφές για το χειμώνα / περασμένα τα χαλινάρια στα δέντρα λάβρα μεσημεριού / και ο τόπος να καίγεται / τα καφενεία γεμάτα με κόσμο / καφέδες ούζα και κονιάκ, αμάξια, λαχειοπώλες / φωνές / και κρεμασμένοι θαμώνες στα κάγκελα / να κοιτάζουν το δρόμο / σαν άνεργοι δραγάτες…

Κάτι τέτοιες στιγμές, στο θέατρο πραγματοποιείται μία μακρού χρόνου παύση. Ο ηθοποιός συνεχίζει, βεβαίως, να παίζει, καθ’ όσον χρόνο διαρκεί η παύση. Προπορευομένης της άρθρωσης του λόγου, η θεατρική παύση, και δη η μακρά, αποτελεί μία από τις ευγενέστερες αρετές του υποδυόμενου. Πολλοί θεωρούν, πως η μακρά παύση είναι η στιγμή εκείνη, κατά την οποία το κοινό αντιλαμβάνεται ποιος τρώει γαριδάκια ή κάμει κοινωνική κριτική στην αίθουσα. Παρά ταύτα, ένιοι ορθόδοξοι του θεάτρου, επιμένουν, πως κατά τη μακρά παύση συντελείται, δια του ηθοποιού, η επικοινωνία του θεατή με τον συγγραφέα του έργου. Χωρίς, αυτή, τουτέστιν, την επικοινωνία, ούτε θεατρικός συγγραφέας υπάρχει, ούτε έργο, ούτε ηθοποιός, ούτε θεατής και κατ’ επέκτασιν, ούτε ποίημα, ούτε ποιητής μήτε αναγνώστης ποιήματος.

Δυστυχώς, όμως, σε παρόμοιες με τις ανωτέρω μακρές παύσεις πέφτω, πάντοτε, σε ύπνο βαθύ. Και, κατά τον Λάκη τον Πολύτροπο, τον αποκαλούμενο Άνθρωπο Λάστιχο, Μουσικό Ακροβάτη και Ορθόδοξο Ιεροεξεταστή: Όποιος κοιμάται βαθιά ονειρεύεται και βαθειά. Κι επειδή, πεπρωμένου φυγής αδύνατον, όπως, θα έλεγε και ο Ιωάννης ο Καστριώτης ή Καστρινός, ο εξ Ευβοίας ορμώμενος και Τσάρλυ επονομαζόμενος, στην περί ου ο λόγος μακρά παύση ονειροπόλησα ως συνήθως.

Περνούσα, λέει, έξω απ’ ένα κοιμητήριο. Η νύχτα είχε, για τα καλά, προχωρήσει και τίποτε δεν κυκλοφορούσε εντός ή εκτός αυτού του τόπου της αιώνιας ανάπαυσης. Ο πέτρινος περίβολος τούτου του ύστατου άσυλου δεν ήταν ψηλός και μου επέτρεπε, χωρίς να σηκώνομαι στα νύχια των ποδιών μου, να βλέπω εντός αυτής της νεκρόπολης. Εντυπωσιασμένος από τις φλόγες των κανδηλιών, λαδιού και ηλεκτρισμού, επιβράδυνα το βήμα μου και σταμάτησα τελείως. Παρατηρώντας τον νεοπλουτισμό στην αρχιτεκτονική των μνημάτων, δεν θυμάμαι για πόσην ώρα, αισθάνθηκα τους κεκοιμημένους αυτού του ιερού τόπου, να απολαμβάνουν την βραδιά, τρώγοντας, πίνοντας, ακούγοντας μουσική και χορεύοντας. Ανάμεσα σ’ αυτούς διέκρινα τους γονείς μου, τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, τον Ρωμανό τον Μελωδό, τον Λουκιανό Τάπα και την αδελφή του Μέγα Αλέξανδρου. Α! Τι ωραία, είπα, κι εγώ που ανησυχούσα για τους δικούς μου και, πριν προφτάσω να πω ή να κάνω κάτι άλλο, ξύπνησα…

Άγγελε Κούρε, της Αθηνάς και του Ποσειδώνα, της Πανεπιστημίου και της Διδότου, της Ναυαρίνου και της Ιπποκράτους, σου διηγήθηκα όλα αυτά μαζί και το όνειρό μου, για να σου πω, πως, επικοινώνησα μαζί σου. Κι αυτό, έγινε κάτω από συνθήκες ψύχους, χωρίς επίδομα θέρμανσης, χωρίς καμία πίεση ή κάποια άλλη συνθήκη, αλλά αποκλειστικά και μόνο με την πνευματική εργασία σου. Εσύ πιστεύεις, κι αυτό φαίνεται στους στίχους σου, πως όλοι μας ζούμε σε άθλια νεκροταφεία, σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, σε πόλεις καταναγκαστικής εργασίας. Κανείς δεν μπορεί, να αποδράσει απ’ αυτά.

Μολαταύτα, θα πρέπει, να γνωρίζεις, πως κάποια στιγμή, όταν πια θα έχει τελειώσει ο επίγειος χρόνος μας, θα λυτρωθούμε απ’ αυτούς τους θλιβερούς ζωολογικούς κήπους κι, ίσως, ποιος ξέρει, ένα ωραίο πρωινό, θα βρεθούμε σε άλλους τόπους και χρόνους, πραγματικά ελεύθερους. Πάντως, όπως κι αν έχει το πράμα, μέχρι να έρθει το γήινο τέλος μας και έως ότου έχει ανακαλυφθεί κάτι καλύτερο, ας διακωμωδηθούμε, ας διεκτραγωδηθούμε, ας αναλυθούμε, ας συμπυκνωθούμε, ας παρηγορηθούμε και ας εξηγηθούμε με τις ωραίες τέχνες και, εν προκειμένω, με την τέχνη των τεχνών, την ποίηση. Έτσι, ώστε, να δραπετεύουμε απ’ αυτούς τους επίγειους παράδεισους, για τους οποίους όλοι μας είμαστε συνωμότες και ασύλληπτοι, κουβαλάμε πάνω μας υδροκυάνιο.

Μιχάλης Η. Αρράς – Έγραψα στα Ιωάννινα – Μάρτιος 2015.

 

 

Ημερολόγιο

Τρίτη
22
Αυγούστου
Αγαθονίκου, Ανθούσης μάρτυρος, Αθανασίου οσίου

Ο Καιρός στο Δολό

 

Κάντε κλικ εδώ για αναλυτικά 

Χρήστες

Έχουμε 1 επισκέπτη online