Skip to content

Dolo.gr

  • Greek
Αρχική arrow Ειδήσεις
Ειδήσεις
Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΜΑΣ Δ. ΠΟΤΣΗ Εκτύπωση E-mail

Αγαπητοί μου χωριανοί καλησπέρα σας.

Θέλω πρώτον να συγχαρώ την υπέροχη τούτη πρωτοβουλία «Ποιητική Βραδυά» εδώ στο Τσουμπάρι, όλων εκείνων που την συνέλαβαν, και σήμερα ώρα 10 νυχτερινή, την πραγματοποιούν, μαζί με την υπέροχη νεολαία του χωριού μας, που της αξίζουν πολλά συγχαρητήρια.

Εύχομαι να συνεχίσουν κάθε χρόνο τη βραδιά τούτη έως ότου γίνει πια θεσμός.

Επίσης να ευχαριστήσω την Επιτροπή της βραδιάς που μου έδωσε την πρωτιά να διαβάσω τα τέσσερα ποιήματά μου που έγραψα κατά καιρούς (δεν είναι και τόσο σπουδαία) ούτως ώστε να καλυφθούν απ’ τους άλλους χωριανούς μου τα σφάλματά μου, γιατί δεν είμαι, παρακαλώ, ποιητής και να με κρίνετε επιεικώς.

Σας ευχαριστώ

                                                Σ.Σ.

Ακολουθεί ένα απ’ τα ποιήματά του:

«Στου Δολού το Πανηγύρι» που τόγραψε το 1989.

 

Πάρε με σκέψη πάρε με καθώς ποθεί η καρδιά μου

και πήγαινέ με στο ΔΟΛΟ, εκεί στο πανηγύρι

ν’ αλλάξω και να στολιστώ, πως πρέπει για τους άντρες

να πάρω γρήγορο άλογο με χαϊμαλιά και χάντρες

και να βρεθώ πρωί-πρωί κάπου εκεί στις Μάντρες

για να κουστούν τα όργανα που το χωριό γιορτάζει.

... Θάναι τρεις δίπλες ο χορός μπροστά στο χοροστάσι

κάτω απ’ την ανθισμένη Καστανιά, που μοιάζει με χρυσάφι.

Θα παίζουνε τα όργανα συρτούς, κι νιες οι μορφομάτες

θάχουνε βάλει τα χρυσά και οι νέοι τις γραβάτες

μια-μια θα σέρνουν το χορό κρατώντας το μαντήλι

το Ρόβα, το Ζαγοριανό, τη Γκάιντα τον Μπιρμπίλη...

και θα λυγίζουν το κορμί σαν καλαμιά στ’ αγέρι.

Θάναι απ’ όλα τα χωριά ψηλές γαϊτανοφρύδες

σαν κρίνα με τις κάτασπρες αμπόλες στο κεφάλι

που όταν χορεύουνε βάζουνε το χέρι τους στη μέση.

Θάναι και από την Πωγωνιανή τα όμορφα παλληκάρια,

Δελβινακιώτικα αρχοντόπουλα, λεβέντες απ’ το Γκουβέρι,

που πίνουν Δολιώτικο ρακί, μέχρι να βγει τ’ αστέρι.

Θάναι κι απ’ τα Μεβιαζορόμπατα που ξέρουν και χορεύουν

τους κλέφτες και τους τσακιστούς, τις νιες και τις τρελαίνουν.

Και νάτανε Θε μου νάτανε, άλλοι καιροί και χρόνοι

νάχαν γυρίσει απ’ την ξενητειά όλοι οι ξενητεμένοι

και να κολλούν τα χρήματα γραμμή στους βιιολιστάδες,

και τη βοή απ’ τα όργανα ο Κουβαράς να παίρνει

και να την σπέρνει στα χωριά, χιλιοτραγουδισμένη.

Γράφτηκε στις 20/6/1989

ΔΗΜ. ΠΟΤΣΗΣ

 
Αναδιφώντας την ιστορία του τόπου μας Εκτύπωση E-mail

«ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ»

7 Απριλίου 1894 - ΠΩΓΩΝΙΑΝΗ

 

Επιμέλεια: Αθανασίου Δέμου

   

(Συνέχεια του προηγουμένου)

«Η θέσις αυτή της Πωγωνιανής (Διπαλίτσα) ετιμήθη υπό Κων/τίνου Πωγωνάτου με πανήγυριν (δηλ. εμποροπανήγυριν) εν τη Μονή Μολυβδοσκεπάστου, η οποία εγίνετο την 15ην Αυγούστου και διήρκει ένα περίπου μήνα. Διετηρήθη μέχρι το 1792 ότε μετεφέρθη εις την πόλιν των Ιωαννίνων διατηρήσασα όμως το αρχαίον αυτής όνομα «Πωγωνιανή» (επί Αλή Πασά). Ελάμβανον δε μέρος εις αυτήν ου μόνον εκ των πέριξ της Ηπείρου μερών, αλλά και εκ των μακρυνών μερών.

Ο χώρος όπου γινότανε η πανήγυρις «Πωγωνιανή» ήταν μεταξύ Καλούτσιανης και σημερινής Ανατολής (τότε Μπονίλα). Η «Φωνή της Ηπείρου» με τον τίτλο «Ανασύστασις της πανηγύρεως Πωγωνιανής» γράφει: «Κατά την νοτιοανατολικήν άκραν των Ιωαννίνων, παρά το Κουμέρκι της Καλούτσεσμης (Καλούτσιανης), επί της οδού της αγούσης εκ Πρεβέζης και Άρτης σώζεται μέχρι σήμερον (1894) απέραντος γραφικωτάτη πλαγιά λόφου καλουμένη Πωγωνιανή.

Το όνομα τούτο έλαβεν η ειρημένη τοποθεσία εκ της ομωνύμου πανηγύρεως (παζάρι), η οποία κατ’ έτος τον Αύγουστον μήνα ετελείτο άλλοτε εν Ιωαννίνοις. Εν Ιωαννίνοις δε μετετέθη η πανήγυρις εκ της επαρχίας της Πωγωνιανής, ότε, ως προηγουμένως εγράψαμεν περί τας αρχάς της προτελευταίας εκατονταετηρίδος, κατεστράφη υπό των αγρίων Καραμουρατατών η πρωτεύουσα αυτής πόλις Διπαλίτσα, κατά την ημέραν κατά την οποίαν ετελείτο εν αυτή η από παλαιών χρόνων ιδρυθείσα ενταύθα πανήγυρις.

Εν Ιωαννίνοις η Πωγωνιανή είχεν όψιν εμπορικήν μάλλον, διαρκούσα, ως και εν Διπαλίτση, επί δωδεκαήμερον και φημιζομένη μεταξύ των μεγαλυτέρων εμπορικών πανηγύρεων της Ηπείρου. Εσυνάζοντο κατ’ αυτήν εν Ιωαννίνοις οι κάτοικοι των διαφόρων μερών της Ηπείρου, Θεσσαλίας, Μακεδονίας και Αλβανίας και αντίλλασσον με τα ευρωπαϊκά ή επώλουν τα διάφορα προϊόντα του τόπου των. Εξηκολούθησε συγκρατουμένη μέχρι των τελευταίων ημερών της Αληπασάδικης εποχής.

Ακριβώς ο χρόνος της καταργήσεως της πανηγύρεως ταύτης, παντελώς αγνοείται. Εικάζεται, όμως, ότι από την εποχήν κατά την οποίαν τα ατμόπλοια ήρξαντο να διαπλέωσι την Μεσόγειον και οι έμποροι της τε Ηπείρου και των ομόρων χωρών ηδύναντο να προμηθεύωνται διά θαλάσσης τα ευρωπαϊκά προϊόντα, ήρχισε μετά των άλλων πανηγύρεων και η Πωγωνιανή να παρακμάζη ολίγον κατ’ ολίγον, μέχρις ότου εντελώς κατηργήθη, συγχρόνως σχεδόν με την κατάπτωσιν της περιωνύμου εμπορίας των Ιωαννίνων.

Ήδη ο Γενικός Διοικητής Ιωαννίνων Χιβζή Πασάς λαβών υπ’ όψιν τας ωφελείας, τας οποίας δύναται διά της πανηγύρεως ταύτης να επιφέρη εις την χώραν η ανάπτυξις της τοπικής τουλάχιστον εμπορικής κινήσεως, ενέκρινε την ανασύστασιν της πανηγύρεως από του ενεστώτος έτους (1893), ορισθείσης προς τούτο εποχής από της 20ης μέχρι τέλους τρέχοντος Αυγούστου. Εκοινοποιήθη δε τούτο και εις τα λοιπά μέρη της Ηπείρου και εδόθησαν αι αναγκαίαι διαταγαί.

Επί τη καλή ταύτη πράξη οφείλεται αληθώς μέγας έπαινος εις την Αυτού Εξοχότητα τον Γενικόν Διοικητήν Ιωαννίνων Λιβζή Πασάν.

 
Σύντομο βιογραφικό με συγκινήσεις-αναμνήσεις Εκτύπωση E-mail

Ιερέα Χρήστου Μάτσια.

 

Αγαπητά Δολιώτικα.

Μόλις έλαβα την περιοδική έκδοσίν σας, Απριλίου Μαΐου, Ιουνίου 2008, κατασυγκινημένος την καταβρόχθισα.

Στην σελίδα 9 γράφει: Γράψτε αναμνήσεις.

Στο  βιβλίο μου ΜΝΗΜΕΣ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ σ. 70, θα διαβάσουν οι φίλοι μας αναγνώσται:

Μία μηνιαία αργία μου, και μία του μακαριστού Παπά-Σπ. Κολέφα. Το ίδιο και στον μακαριστό Παπά Β. Ζαφείρη, αλλά δεν έχω το έγγραφό του, και έχουμε και οι τρεις –είχαμε– περάσει, ο παπα-Σπύρος στου Κολέφα το Χάνι, κάτω απ’ το πλατάνι, Ιούλιο δική του και Αύγουστο 1954 αναπληρώνοντας τον Παπά Βασίλη Ζαφείρη, δυο μήνες καθησιό. Και εγώ στα Κτίσματα Μάιος με τα κεράσια. Η αργία μας ήταν μετ’ αποδοχών. Γι’ αυτό ο φίλος σας Αναγνώστης, θα γελάει, και του εύχομαι Χίλια χρόνια να πάει.

 
Περί μαγείας Εκτύπωση E-mail

ΤΟΥ ΛΕΩΝ. ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΙΝΑ

 

(Ένα από τα κείμενα του αξέχαστου Λεωνίδα Κουτσουμπίνα που έχουν δοθεί στον Μήτσο Πότση για να δημοσιευθούν στα «ΔΟΛΙΩΤΙΚΑ»)

    

Αναδιφώντας το αρχείο μου βρήκα μια επιστολή που είχα πάρει το 1935 στην Αθήνα σταλμένη από χωριανό. Αυτή λέει τα εξής:

Νύχτα γιομάτη θάματα, νύχτα γιομάτη μάγια

ω... Μάγια Μελάγια, με τα πρόβατα τα λάγια

που σκαρίζουνε στα πλάγια και λαλούν τα κουδουνάκια.

Αχ... με πήρανε τα σκάγια από τα δικά σου μάγια...

«Κοίτα χωριανέ, που θα μου πάει... μάγια αυτή, μάγια κι’ εγώ. Να μη τα πολυλογώ χωριανέ. Την άλλη μέρα κιόλας πήγα στη μάγισσα και της λέω το και το. Θέλω να κάνω μάγια σε μια κοπέλα κι αν δεν την πάρω θα πάω να πνιγώ.

Χωρίς πολλές κουβέντες χωριανέ μόδωσε 15 καρύδια.

– Αυτά να τα βάλεις χώρια και να τα δώσεις της κοπελούς. Και τούτα, άλλα 15 να τα φας εσύ μου είπε.

Φεύγοντας όμως για το χωριό, στο δρόμο, έτρωγα από κανένα, κι ως που να φτάσω στο χωριό είχα φάει τα 15 και τότε κατάλαβα πως αυτά που έφαγα ήταν για την κοπέλα. Ε! Είπα δεν πειράζει θα της δώσω τα δικά μου. Έτσι και έκανα, αλλά που αυτή, ούτε γύρισε να με κοιτάξει.

Πέρασαν τρεις μέρες και σαν είδα ότι δεν γίνεται τίποτε δε χασομεράω κι εγώ μια και δυο στη μάγισσα. Το και το της λέω, έφαγα τα καρύδια που ήτανε για την κοπέλα. Τι να κάνω τώρα;

– Τώρα, μου είπε να πας να περάσεις το ποτάμι της μαλεκώτσενας τρεις φορές αλλά νάναι νύχτα.

– Δηλαδή να πνιγώ στα σίγουρα, λέω.

– Όταν ήρθες δε μου είπες ότι αν δεν την πάρεις θα πας να πνιγείς; Ναι της είπα.

– Ε! Άντε πνίξου μια ώρα γρηγορότερα τώρα. Είπε.

Κατέβασα τα μούτρα ως τα γόνατα κι έφυγα για το χωριό συλλογισμένος. Αμ δε που θα πάω να πνιγώ είπα μέσα μου. Το πολύ, πολύ να πάρω το μισοσάκι με το στάρι να πάω στο μύλο να τ’ αλέσω και να περάσω τ’ αυλάκι του μύλου. Έτσι και έκανα. Τα χαράματα και προτού καλοφέξει έφτασα στο μύλο. Άλεσα το στάρι και ήμουν έτοιμος να φύγω όταν άκουσα να γκαρίζει ένα γομάρι όξω από το μύλο. Κάνω έτσι και βλέπω την κοπέλα.

– Εδώ είσαι; μου λέει, τι γίνηκες τόσες μέρες;

– Άστα, της λέω, θυμωμένος, αυτά τα λένε στο μύλο και έφυγα χωρίς άλλη κουβέντα. Πήγα στο χωριό κι έβγαλα τα γιδοπρόβατα στη βοσκή. Το βράδυ πάλι τα ξανάβγαλα να σκαρίσουν. Αυτά εκεί που ανηφόριζα προς το πλάι βλέπω την κοπέλα πάνω σ’ ένα κοτρώνι.

– Τι κάνεις εδώ μωρή της λέω.

– Βήκα ν’ ακούσω τα κουδούνια σου, μου λέει.

– Και δεν τ’ ακούς από το σπίτι σου είπα.

– Αμ ακούγονται καλλίτερα από κοντά είπε.

Τώρα χωριανέ, έλα εσύ στη θέση μου και πες μου τι θάκανες».

(Ακριβές αντίγραφο).

 
<< Αρχική < Προηγ. 31 32 33 34 35 36 37 38 39 40 Επόμ. > Τελευταία >>

Αποτελέσματα 352 - 360 από 368

Ημερολόγιο

Τετάρτη
16
Αυγούστου
Αγίου Μανδηλίου, Διομήδους, Αποστόλου και Σταματίου νεομαρτ.

Χρήστες

Έχουμε 2 επισκέπτες online